Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Ode to Impatience

Ωδή στην Ανυπομονησία

Αχ πόσο σε μισώ ανυπομονησία
Πέφτω στο βυθό και βουλιάζω με μανία
Πώς να σε παλέψω μιας και να κολυμπώ δε ξέρω
Μέσα στου χρόνου τη σκιά πάντα αγριεύω

Ανυπομονησία μου γλυκιά
Πολύ με κάνεις κι’ υποφέρω
Στο’ χω ξαναπεί πως εγώ
Απ’ του χρόνου τη ζημιά
Δύσκολα ξεφεύγω

Πάψε χρόνε πλέον να κυλάς
Άλλο μη με καταδιώκεις
Τα δαιμόνια σου είναι φοβερά
Στης λήθης τη συγγνώμη

Έλα χρόνε πιο κοντά
Κι’ αγκάλιασε με, με θάρρος σιωπηλά
Σαν πιστή σου σκλάβα μια βραδιά
Θα σε καρτερώ στης ερήμου τη νυχτιά…

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Moonlight Sonata


Η Σονάτα του Σεληνόφως

Κανένας δε σε ξέρει όπως εγώ
Είσαι το άπειρο και το μηδέν μου
Είσαι η κόλαση και ο θρίαμβος μου
Είσαι η ζωή και ο θάνατος μαζί
Όλα τα κύτταρα μέσα σε χορό τεράτων

Είσαι το ακατανόητο και η λογική
Η ψευδαίσθηση και η συμπόνια
Μια απαισιόδοξη δημιουργία μέσα στην Άβυσσο
Μια όαση μέσα στο Χάος

Όλα αυτά που ακούγονται τρελά και μανιασμένα
Όλα αυτά που ακούγονται περιττά και ξεχασμένα
Είσαι όλο το πάθος μιας επιτρεπόμενης κόλασης
Μια λάμψη στο βάθος μιας απόλαυσης

Είσαι η γη, το φώς και το απέραντο
Είσαι όλα αυτά που τα μάτια πιάνουνε στο μάταιο
Και όλα αυτά που η πεινασμένες λέξεις δε θα μολογήσουνε ποτέ
Γι αυτό για μένα είσαι η Σονάτα του Φεγγαριού στη Χώρα του Ποτέ!

~Για την Τεκέλα των Αστεριών~

The Lost King Speaks....


Ο Χαμένος Βασιλιάς Μιλά…

Πυράκτωσης παλιά εβύθισε τα πλήθη
Και εχάθη η μιλιά στου ονείρου μας της λήθη
Όλα τα πουλιά στη άσφαλτο σφαγμένα
Να τραυλίζουν σιωπηλά «βοηθήστε με και μένα».

Πετούν οι γύπες κι’ οι αετοί σαν της κόλασης δεσμώτες
Και παραμονεύουν με οργή της αμάθειας άγνωστους πότες
Έπεσε η μορφωμένη Βαβυλώνα
Και γέμισαν με δάκρυα αίματος οι Μάγοι
Και βούτηξαν στην όνειδο με τα μάτια στο στομάχι

Η θυγατέρα σαν έσυρε το παρθενικό κορμί της
Αποκάλυψε τα έσχατα με το πρόστυχο φιλί της
Για όλα όσα εθρυμμάτισσε ο άνθρωπος με τα μαύρα χέρια του
Και για όλα όσα θα υποστεί στη θέληση του Άθλιου Πεπρωμένου του

Έλα χρόνε και κάλυψε ξανά την κόλαση του είδους
Έλα χρόνε και συννέφιασε ξανά το ξεπούλημα του πλήθους
Σαν γελάδια πάνε στην γλυκιά γκιλοτίνα
Και με ανοιχτά πανιά νομίζουν πως θα λυτρωθούν από την άχαρη τους πείνα

Σαν πέθανε κι ο Βασιλιάς σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους
Των ανθρώπων η σιγαλιά χίμηξε στους άσπρους υπονόμους
Και εκεί που τραγούδαγαν για έρωτα κι αγάπη
Τώρα εβουβάθηκαν σαν της Νύχτας ο Βασιλιάς έφυγε σα Πνεύμα της Απάτης

Και έπεσαν τα στίφη να τον φάνε μονομιάς
Με δίψα και με άπειρο μεράκι
Για ν’ αποδείξουν γι’ ακόμα μια φορά
Ότι για κείνους πλέει μοναχά του Ασώτου το Νεράκι

Και σα μας βλέπει ο Βασιλιάς από πέρα μακριά
Γελάει με δύναμη και τόλμη
Και λέει στο Δημιουργό του σα πέφτει η Νυχτιά
«Ναι, Χτύπα τους κι’ άλλο Ακόμη!»

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

The Daughter of Chaos



Η Κόρη του Χάους

Σουτ! Μη μιλήσεις…
Ότι και να πεις πλέον θα ναι λίγο
Μηδαμινό για τη γιγαντιαία απληστία της ανθρωπότητας
Σουτ! Όλα είναι πλέον αργά…
Η προσπάθεια σου για ζωή, η δίψα σου για δημιουργία

Θα χαθεί για πάντα ότι φτιάχτηκε μέσα σε αιώνες
Και θα μείνει μονάχα μια άστατη σιωπή στο χάος
Θα σκορπιστούν οι παιδικές φωνές στα πέραντα του σύμπαντος
Και θα λουστεί στη μαύρη λησμονιά ο γαλάζιος πλανήτης

Άρχισε δισεκατομμύρια χρόνια πριν
Και εξελίχθηκε σε όαση υλικών επιτευγμάτων
Πάλεψε, ζορίστηκε και αναγεννήθηκε
Ντύθηκε με των αθώων το αίμα
Και σα σκλάβα κατάφερε να ελευθερωθεί στα δίκια της

Ήταν όμορφη! Το γαλανό της φόρεμα και τα πράσινα μαλλιά της
Την διαχώριζαν απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια του Χάους
Τα άσπρα μάτια της έλαμπαν στην ανατολή του Θεού Ήλιου
Και κάθε αυγή έψελνε επαίνους στο Δημιουργό της

Σκυφτή κι’ αμίλητη υποτάχθηκε στο νέο της Αφέντη
Και άφησε να τη βιάσουν και να τη χλευάσουν σα κοινή πόρνη
Πέρασε από αιώνες σκλαβιάς, πείνας και ντροπής
Μα σουτ!, Μιλιά ποτέ δεν έβγαλε από τα μαύρα της τα χείλη

Από κοριτσόπουλο βρέθηκε να γίνει η τσούλα του Μαύρου Γαλαξία
Τα νιάτα της σκορπίστηκαν στον γιο του Αιόλου με πλήρη ασυδοσία
Και τώρα προσπαθεί με τα νύχια σα καρφιά, με μαράζι και με αηδία
Να ξεμπλέξει τις τσουκνίδες απ’ τα μαλλιά σα να χει ελπίδες στη πορεία

Κυρά μου ξενιτεύτρα, σουτ, σου λέω!
Άλλο μη μιλάς, μη προσπαθείς να λογικέψεις
Την ανθρώπινη ύπαρξη μη προσπαθείς άλλο ν' αγριέψεις
Θα είναι μια ζωή ακόρεστη σα Σειρήνα του πελάγους
Με φαρμάκι τρυφερό να στάζουν απ’το στόμα τους οι λέξεις!

Τα πόδια σου ματώσανε και τα μάτια σου μαύρισαν
Άρχισες να παραμιλάς για εγκλήματα φρικιαστικά κι’ εσύ σα τους Τιτάνες
Και ξεχνάς πως κάποτε και εσύ σα κοπελιά έκρυβες στα μανίκια σου Αράχνες

Έλα που όμως ο Πλάστης σου ποτέ του δε ξεχνά
Τα όσα σου’χουν δώκει
Και ετοιμάζει τη πέτρινη Στρατιά
Που δικαιοσύνη θα αποδώσει

Γι’ αυτό άκου με καλά,
Μάνα, ερωμένη και αγωνίστρια
Γαία εσύ γλυκιά, ποτέ ξανά
Μη αφήσεις τα παιδιά σου
Να μιλήσουν φωναχτά

Παρά μόνο στα βαθιά πέρατα του Άδη
Πάλεψε σιωπηλά για τα όσα γέννησες
Στου Χάους την Νυχτιά
Και σκόρπισε ξανά του Ονείρου την Απάτη!

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Like that, Like this


Just like that, just like this
My heart trembles on your knees
Eight months and some days
Till eyes of sparkle meet again
I thought I was dead and immune to your foreign call
But just like this, just like that
Everything again turned to cold
This time I will face the dragon alone
And fight his shadows which call
You’re still away but yet you long for that unexisted closeness inside
I thought I could, I thought I had, lost you
But just like that, just like this
Once more I’m on my knees
I have passed you and found myself through your ashes
But you’re resurrecting in me slowly
Just like sin into an unwanted pious cell
Leave! Leave, I say
Be gone, hard feeling and leave me behind
Take off thy mask and expose their grief
Your villainy and lechery,
Be gone from this tranquillity,
This peace that surrounds me
Be gone and look back no more
Just like this, just like that
Unveil your hideousness
And prove me right once more
Help me escape this dance you’ve put me in
And make me sit silent and immobile
I loved your past, so long ago
I fear to meet your present, now here I go
And long to taste your future, alone
Agonizing, this wait it is
Agonizing and painful to discover thee, again
But just like that, just like this
I’ll arm myself and defeat the feeling
That brings my bosom down and makes me still
For truly now, there’s you without me
As it always was and is
Just like that, just like this!

The unlived angel

The unlived angel

No tales for thee my child
But just a sweet woeful song
To guide you in the morn of your new dawn
And hold you up to the blue heavens of eternity

Fare thee well unlived angel
Carry on thy course in the New Kingdom
And pray the skies are more welcoming
But hold thy last breath in your mortal flesh for company

Folly was the harm done to thy not fully grown body
And selfless was your vain sacrifice
For the rest were carried out in humanity’s vanity
Instead of the soul’s chastity

You had your two young feet drowning in a river
Half blue and half red it turned the day your sun expired
And you decided to pass on for the explosion which was coming
So that others could profit from the innocent’s blood

And yet you reach your now immortal hands
And give hope for the oppressed
And a handkerchief for the woeful
And head towards the pathway of eternal light

I bid thee fare well
And may a New Sun guide your journey
Unknown unlived angel…

~Dedicated to the late Alexandros Grigoropoulou, who died so unjustly, so prematurly.
For that White Fallen Angel~

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

A Scene of Oblivion

I am leaving this sea of wretched people
And storming into the deep blue sea
With no fins and no rescue aiders
I intend to blind them with my sun

All you people who giggle and wiggle
Your limbs will spread into the abyss of oblivion
For all that was said, for all that was done
You shall be accustomed and blamed for

Hide your thorny crowns
Because in the land of tomorrow
You will have no dress for your head

Hold your tongues tight
And enunciate word by word your dreadful mistakes
Keep you drowsy eyes and cry blood from your pupils

I shall be looking into your darkness
And laugh for all those things you thought I’d lost
I shall keep my eyes as sharp as a cat’s
And spit fires into your flesh like a shark

Once I have left you in this misery of night
The black stone shall be cast
And as I live and breathe in this thorny land
I promise to Him I shall never look back!

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009


Gloriana, Ω!, mon Anglettere…


Μέσα στα κόκκινα πέτρινα σπιτάκια

Χτίζονται συνέχεια της ψευδαίσθησης παλάτια

Με μεγάλη υπεροψία και με μπρίο

Νομίζουν ότι θα ξεφύγουν απο το κρύο


Γεμίζουν σακούλες μιας άθλιας απάτης

Και εμπλέκονται σε μια πάλη ανισοτιμίας

Παλεύουν για το όνειρο μιας πλάνης

Και υποκύπτουν στης καταπίεσης την ευκολία


Περπατάν με τα μάτια σφαλισμένα

Και μέσα στη γκριζάδα τους προσπαθούν να βγάλουν αποθημένα

Τα όμορφα κουστούμια τους πάλλονται σε γραφεία ασυδοσίας

Και όλα τους τα όνειρα πεθαίνουν στις ράγες με μανία


Έλα σου' παν στο όνειρο του καπιταλισμού

Και άνοιξ’τα φτερά σου διάπλατα

Μα γρήγορα κατάλαβες τι είχαν κατά νου

Σαν είδες του κόσμου τ’Άθεα


Δίψα για τη σκλαβιά του τέρατος

Και υποταγή στην αναμφισβήτητη μοίρα της υποκρισίας

Λόγια δειλά, στολισμένα με ψέμα και μια άστατη πορεία ενός βλέμματος

Χωρίς ενέργεια και θέληση, υποκριτές της αμαθείας


Αδαής περπατούν με το κεφάλι ψηλά

Σα κότες κοιτάν το γαλάζιο ουρανό απο μακρυά

Μέσα στην απελπισία και στην εξάντληση είναι όλοι ντυμένοι

Και μόνο με την άρνηση προχωρούν ενωμένοι


Πάγος ;eχει καταντήσει πλέον η μάταιη ζωή τους

Χωρίς εν δια φέρον για να σβήσουν την άθλια σιωπή τους

Τρέχουν ολοένα και δε φτάνουν

Να προλάβουν να μη βουλιάξουν


Έρχομαι και γω με χέρια κρύα και κοιτώ

Την ‘άστατη’ χλιδή και τα ανέραστα κορμιά τους

Και τότε είναι που σκέφτομαι "Αχ! πότε θα σπάσει αυτή η σιωπή

Και να εκραγούν πλέον τα ανούσια κύτταρά τους!"


~Αφιερωμένο στη Τεκέλα των Aστεριών~

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

The Lovers' Eyes


They say when you are in love and you are in bed with your "sweetheart", as they used to call it in old times, the moment you were into your lover's body or the moment that your lover was inside of you, that both lovers' eyes meet and gaze each other with such tenderness and passion like no other moment. Your pupils are dilated and they get so big and full that you feel all of your passion and your energy transmitted into the other person's body. Such passion makes bodies one and brings two hearts into one single beat.

Shakespeare once described this physical act of love as "making the beast with two backs". The expression, albeit being very voulgar and perhaps cynical, is nothing of the sort. It explains how to bodies intertwine and are entagled in this game of passion and lust and they pulse against one another. The most liberatig, freewilling and overwheleming sensation of human existence is to penetrate someone or being penetrated by someone and feel this maze of emotions all tangled in a web of exhilirating dancing.

Such feelings can be approached in love making. Many treat it as something vulgar and cold, something that our society has let them treat it with no emotion or dignity. Sexual activity in any form has to carry sentiment and madness of thought. It has to be treated like the madness of the body, but the openness of mind as well. It lets your cells give into your animal insitcts and lets your body react to what is feeling at that one single heated moment.

When lovers meet into each others bodies' they feel this bewildering sensation of hedonistic pleasure that human kind can feel nowhere else.Pulsing and pulpitation of flesh and irrationality of mind rule the entity and they let the lovers' eyes meet in one brief but yet wholesome moment during the sexual act.

I say this is one of humanity's wonders; a miracle that transends eternities and feelings. It may not be as big in scale as the Pyramids or theTaj Mahal, but it can build a lifetime of happiness and pleasure with a lover.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Those Two Little Blue Eyes


YOU STUPID COW! Such I am.I have literally been blinded by my arrogance and my pride and do not take a second to look at the boy who looks at me with such sweetness. He is sitting close to me over my desk in my office and I do not even pay attention to his attentive eyes. Of course on the other hand you might think I'm totally dillusional about his whole attitude but how can two little blue eyes look at me in that way and not care? They do, but since my two eyes will be departing from the work place very soon, I will not get to see how it would turn out. If those eyes could care for me as much as I would like them to.

Maybe those eyes would look at me with hate some day, therefore maybe to leave is the best thing.Because that way I will always have those two sweet blue eyes inside of me. So caring and serene. Almost as if they are singing angelic psalms to you.
The boy, whose eyes I am talking about, remains a boy to my two arrogant eyes. But my eyes wished they would let those eyes care for them and treat them with the gentlness they seek.

I shall miss those two little blue eyes. And I will always think I am a bloody stupid cow for not letting those two eyes come any closer.
But as life has it, it's unfair, and the those two little blue eyes have to remain behind, in the darkness of the past. And here I go again; starting to look all over again for those two gorgeous, tranquil, gentle blue eyes again, who will care for me so much.

Maybe it is all in my head and those two little blue eyes never cared for me. Maybe they did and I will never get to know now. Whatever the case may be, I shall awlays treasure and carry those two little blue eyes with me. Even when I turn old and grey, I shall revisit those two little blue eyes of my youth, and remember that even for one tiny second they seemed to care for my dark brown eyes.