Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

Τα παιδιά μας

Όμορφα, κομψά και ψυχολογικά βιασμένα
Εύθραυστα, ευαίσθητα και όλο θυμωμένα
Ταλαιπωρημένα, πεινασμένα κι’ αισιόδοξα
Μετρούν τις δεκάρες σαν καινούργια Χριστιανόπουλα

Η Δύση κι’ Ανατολή τα χωρίζουν
Τα μεν πεινούν για ύλη τα δε για πνεύμα γαυγίζουν
Κι’ όλο στο πεζοδρόμιο η ύλη κι’ η ψυχή τραυλίζουν
Βρισιές ακαταμάχητες και μόνα στο τέλος βαδίζουν

Τι να σου κάνει κι’ αυτό το πλάσμα που’ ναι όλο μονάχο
Που όλο παλεύει για δόξα κι’ όλοι το πετάνε σα σκουπίδι στο βράχο
Πότε επιτέλους θα έρθουν τα Πάνω Κάτω
Και τα Κάτω Πάνω;
Για να πάψουν να κλαίνε αυτά τα παιδιά στους δρόμους των Άλλων;
The girl in the Corner

Woman in darkness staring away
Trying to find the strength to stay
Playing again with herself odd novelty games
Always stumbling on the same stupid lane

Captures the magic which blows away
Feeling the sadness of forcing pay
Letting her dreams fade to shades
And holding again a cross for a friend

Agonized and lonely she prepares
Facing now all the monsters and fears
Marching to the unknown dark pitch
But her pale lips can mutter no speech

Yet!, She wills herself to try the new
She grows obsessed but with faith too,
Battles away her old desires and fears new
But always recalls what she came here for; to find the truth!

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Λύκοι και Πρόβατα

Οι εγωιστές και οι ρυθμιστές παλεύουν το ανθρώπινο μέλλον με βία
Όλο ύλη και ισοτιμία λαχταρά το θνητό τους σώμα
Μα όλα σε μια ατέλειωτη ευθεία ξεδιπλώνονται σα να ναι ποτάμι από αίμα
Και να χουν ξεμείνει έξω από την εκκλησιά μόνο κορμιά πεινασμένα

Τι χάθηκε στο παρελθόν δεν είναι πλέον εδώ
Μόνο η δίψα για πρόοδο και ύλη
Τι να σου κάνει η παρακμασμένη σου καρδία όμως
Πώς να πλησιάσεις την νιρβάνα της ψυχής αφού σε μεγάλωσε η πλαστική ύλη

Τα σκυλιά του δρόμου γαυγίζουν στην δύση της Ανατολής
Τα γατιά της Δύσης αναπαύονται καθώς παραπονιούνται για περισσότερη άνεση
Και οι δυο καταδικασμένοι σε χρωματιστά κελιά
Οι μεν μένουν σε χρυσά κελιά με αλυσίδες σα χρώμα πίσσα
Οι δε πιεσμένοι σε γαλάζια κελιά δεμένοι με άσπρα σχοινιά προορισμένα για την αγχόνη

Ποιανού τα δάκρυα και τα παρακάλια να πιστέψεις
Αφού κι οι δυο μολύνθηκαν από της ύλης τ’ αγαθά
Απαίτηση και κατανάλωση υπάρχει κατά νου
Μα όλα θα θρυμματιστούν στης Ανεξαρτησίας τα πέτρινα πόδια

Δώρα να λάμπουν κάτω από χρωματιστές μπάλες στη γκρίζα Δύση
Καθώς πέτρες ξεχύνονται στα χαντάκια και τα κεφάλια της γαλάζιας Ανατολής
Κάποτε η χώρα ήταν μια πλημμύρα από ηρωισμό κι αγώνα απαράμιλλο
Τώρα έχει γίνει πλέον μια νωθρή και παθητική συνήθεια

Μα δεν αργεί να εκραγεί η οργή της Ανατολής
Και καθώς τα γαλάζια νερά θα πετρώσουν με το αίμα των αθώων
Η Δύση θα μείνει άπρακτη και ναρκωμένη
Γεμάτη με ψεύτικα χρώματα και με μη εμπνευσμένες συνήθειες

Το παιδί έχει τώρα ξεψυχήσει περιτριγυρισμένο από παπαρούνες
Και το γαύγισμα ηχεί στους δρόμους της καταπίεσης και της ανισοτιμίας
Άλλοι αλληλοεπαινούνται με υποκρισία και ασυδοσία ψεύτικής τιμής
Και άλλοι ξεσκίζουν τις σάρκες τους για την «Νέα Γη».